αυστηρός

-ή, -ό (AM αὐστηρός, -ά, -όν)
1. σκληρός, τραχύς, ανεπιεικής
2. σοβαρός, αξιοπρεπής, εγκρατής
3. (για ύφος κειμένων) λιτός, απέριττος, χωρίς στολίδια
4. (για τη γεύση) πικρός, οξύς, στυφός
νεοελλ.
σκληρός, πιεστικός, επαχθής
αρχ.
1. (μτφ. για πρόσωπα) δύστροπος, στρυφνός, σκυθρωπός
2. (για έδαφος) τραχύς, ανώμαλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) αυστ- (πιθ. του ρηματικού επιθ. *αυστός του αὔω ή αὕω «ξεραίνω, στεγνώνω») + (επίθημα) -ηρός (πρβλ. αυχμηρός, λυπηρός, μοχθηρός, οδυνηρός, τολμηρός κ.ά.). Η λ. αυστηρός με την αρχική σημασία της «ξηρός, οξύς, πικρός στη γεύση» χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα μεν για το νερό, από τον Ιπποκράτη δε για το κρασί και κατ' αντιδιαστολή προς το γλυκύς, ενώ με ανάλογη χρήση απαντά και σήμερα σε ορισμένα ιδιώματα (πρβλ. αυστηρό ξίδι, Κεφαλονιά). Ήδη από την ελληνιστική περίοδο το επίθ. αυστηρός αποκτά την τρέχουσα ηθική σημασία «σοβαρός, σκληρός, ανεπιεικής» και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει πρόσωπα. Ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη παρατηρείται και στο συγγενές μ' αυτό επίθ. δριμύς, το οποίο αρχικά μεν σημαίνει επίσης «οξύς, πικρός», αργότερα όμως προσλαμβάνει κι αυτό τη σημασία «τραχύς, ανεπιεικής».
ΠΑΡ. αυστηρότητα (-ότης)
αρχ.
αυστηρία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐστηρός — harsh masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυστηρός — ή, ό επίρρ. ά 1. σκληρός, τραχύς, άγριος (αντίθ. επιεικής): Ήταν πάντα αυστηρός τηρητής του νόμου. 2. λιτός, εγκρατής, ολιγαρκής: Η ζωή του ήταν πολύ αυστηρή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυστηρός — [афстирос] εκ. строгий, суровый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὐστηρά — αὐστηρός harsh neut nom/voc/acc pl αὐστηρά̱ , αὐστηρός harsh fem nom/voc/acc dual αὐστηρά̱ , αὐστηρός harsh fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρότερον — αὐστηρός harsh adverbial comp αὐστηρός harsh masc acc comp sg αὐστηρός harsh neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηροτάτων — αὐστηρός harsh fem gen superl pl αὐστηρός harsh masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηροτέραις — αὐστηρός harsh fem dat comp pl αὐστηροτέρᾱͅς , αὐστηρός harsh fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηροτέρων — αὐστηρός harsh fem gen comp pl αὐστηρός harsh masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηροτέρως — αὐστηρός harsh adverbial comp αὐστηρός harsh masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐστηρῶν — αὐστηρός harsh fem gen pl αὐστηρός harsh masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.